Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου,
βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί.
Ζίγκμουντ Φρόυντ

26/9/12

ΜΑΙΡΗ ΡΩΜΑΙΟΥ - ΛΟΓΙΚΟΙ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΙ




ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Είναι κάτι πελώριες στιγμές
Σαν ξέφωτα του χρόνου
Που ψαχουλεύουν την καρδιά
Στα τρίσβαθά της.
Σάμπως,
Κατήγοροι ζωής
Να θρονιαστούν
Εντός μου.

Είχα, ένα πάθος μια φορά
και μιαν αγάπη κόκκινη
Στα σπλάχνα μου κλεισμένη
Που καίει ακόμα
Απείραχτη
Στη μνήμη
Και στο χρόνο.
Όμως, προς τι;
Το μάγεμα χαλάρωσε
Το φέγγος εσκιάστη.
Ξόδεψα όνειρα ακριβά
Χιλιόμετρα ελπίδας
Και στίχους ασυγκράτητους
Ερωτικής μανίας.
«Δε θα μας σώσει τίποτα»
Πασιφανές
Φτασμένο.
Η ανταρσία ξέσπασε
Όπως είχε ανθίσει
Για να κυριαρχήσει,
Ξανά το τίποτα.

Μεγενθύνεσαι
Όσο περνάει ο καιρός κι απομακρύνεσαι
Γίγαντας γίνεσαι
Και με συντρίβεις.


Φως μου εσύ
Της προσμονής σου αντίδωρο
Τις ρίζες της ζωής μου
και τους καρπούς
σπατάλησα
Απούσασ’ όλες τις γιορτές
κι από τις ζωγραφιές του κόσμου
Ξένη
Μένειακόμα
Της ύπαρξής σου η πυρκαγιά
η γιγαντένια μέθη
του ερχομού σου
Για μένα
αξία υπέρτατη


Όπωςτο χίλια εννιακόσια τίποτα
Εκείνο το Χειμώνα
Όπως
Το ίδιο πρωϊνό
Όπως
Την ίδια ώρα
Και μέρα ίδια
Σάββατο
Που φεύγει η βδομάδα
Πυρός κι αλλόφρονας
Στο φως
της γης
Στου ήλιου τ’ αδυσώπητο
Το φέγγος
Θάρθεις.


Σ’ αγαπώ,
Όπως την πρώτη τη φορά,
Ανθέ μου,
Να πω και περισσότερο;
Μη και δεν το πιστέψεις.
Αφήνω μόνος σου να δεις
Καθώς περνά ο χρόνος.


Η έλλειψή σου
Λεηλασία
Λογισμού και κόρφου.
Σκότος
Των πόθων των ασίγαστων
που διαφέντευαν το είναι.


Δεν σε υποψιάζεται
κανένας,
βίος μου.
Και να σε δείξω,
ονειρικό της φαντασίας φέγγος.
Και να τους πω το όνομα,
δεκάδες όμοιά του.
Μόνο στα στεφανώματα
άλαλοι θα μας ραίνουν.


Ίσως
Να μη σε γνώρισα ποτέ.
Τα δάχτυλά σου ίσως
Ποτέ να μη μου σκέπασαν το σώμα.
Το σάλιο σου το σάλιο μου ποτέ
δεν έσμιξε
φιλώντας με στο στόμα.
Ίσως
Γυμνοί δεν είδαμε το φως
κάποιας πανσέληνου
λουσμένοι από πόθο.
Κι ούτε στα χέρια σου με πήρες σαν τρελλός
Δικό μου ήτανε κι αυτό, όνειρο νόθο.


Άπληστο στόμα
Άπληστο
Κορμί.
Γέννα
Σελήνης.
Το μάγεμα εκείνης
της νύχτας
που πήγε;
Τρύγε
του Αυγούστου
Ηδονή
του Μάη.
Μυρωδιά
του Απρίλη.
Χείλη
αχόρταστα.
Εσείς
ο έρως.
Η ζωή
Εσείς
Το ζέσταμα του ήλιου…


Να σου δώσω
ότι θέλεις
Σαν,
να ξαναρχίζω
τώρα.
Σαν,
καινούργιο πεπρωμένο
κοριτσίστικο.
Είσαι,
ήλιος που θα ανατείλει
Κι είμαι,
πρωινό του Απρίλη
αλητίστικο.


Σε ποιάν απεραντωσύνη να σε ψάξω
Και πώς να σε φωνάξω
να σε βρω.
Ποιους κόσμους να ρωτήσω
να τους τάξω,
Τι;
Γιατί;
Σιωπώ.
Ωχρές οι ώρες
Ερημιά παντού
Κυρίαρχος
Κανένας.
Ενας
άπληστος έρωτας
στην απεραντοσύνη
μόνο.


«Πόθε μου»
Είπες.
«Μέθυσμα της σάρκας που πλανεύει»
Ελα στους ήλιους της καρδιάς
στα άπειρα του νου μου.
Ελα να δεις τις θύελες της σκέψης μου
τις λύπες
και τις σιωπές που πέρασα
στο φως της προσμονής σου.

«Ελα να δεις
το τίποτα του χρόνου μου
τις ώρες που δεν ήσουνα
τις άσκοπες
Τις νύχτες,
που η θύμησή σου ορφάνευε
τους μανιασμένους κόρφους.

«Ελα να δεις
την Άλωση της ύπαρξής μου
τώρα που αδειάσανε τα όνειρα
και γίναν τα τραγούδια
άθλια γιουχαΐσματα
του παραλογισμού μου.


Διαπερνάς το σώμα μου
μάγια.
Μου μεταγγίζεις
ανομολόγητες βουλές.
Με κατοικείς!
Νερό και γης
Φωτιά κι αγέρας
Ήλιος
Αποτυπώνεσαι
Πηλός
Σάρκινος
Στα έγκατά μου
Ασφυχτικά
Απομυζώντας
Όλα.


Τόσο μεγάλη άνοιξη
Τόσο μικρή ανάσα
Δε σε χωράω
Ασέληνη
Νύχτα της Πασχαλιάς
Που είσαι;
Σε χρειάζομαι.
Ζωή αντλώ από σένα
Και δίνω
Απερίσκεπτα
Τα πάντα.


Άπλωσες την ανάσα σου
Και τα φιλήματά σου
Ήπιες τον ήλιο. Αμείφτηκες
Και έφυγες μετά.
Νίκη ποιανού ο μισεμός
Γιορτή ποιος απ’ τους δύο;


Ουρλιάζω
Κάτω απ’ τα σκεπάσματα
Το όνομά σου
Σαν ευχή
Σαν προσμονή
Σαν έλα.


Σε τούτη την ακρογιαλιά
Ετούτο εδώ το θέρος
θα πλανευτώ
αγύρτισσα
στα πράσινα φεγγάρια.
Χνάρια γυναίκας
πύρινα
στα διάσελα του απείρου
πορεία για το άγνωρο
στη ζήτηση του ονείρου.
Κείθε,
που λήγει ο ουρανός
κι η άχνα των ανθρώπων
στις εσχατιές του πουθενά
κατάντικρα στη νύχτα
Για μια μερίδα Έρωτα.


Ελέγχεις
Κάθε μου μυστική φωνή
Κάθε μου σκέψη.
Ορίζεις
την ηρεμία του είναι μου
Ορθώνεσαι μπροστά μου
αναταράζοντας το χτες
σφραγίζοντας το τώρα,
καθώς περνάς στο αίμα μου
καθώς γίνεσαι έρωτας
ξανά
ο πιο Μεγάλος.


Να σ’ ανασαίνω
ανασεμιά
συνένοχης κραιπάλης
Καθώς τα πάθη θα σιγούν
κι οι πόθοι θα μερεύουν.
Να σε διψάω
σα νερό
τον ίδρω σου να πίνω
γουλιά γουλιά ροδόσταμο
απ’ το γυμνό σου σώμα.
Να σε πεινάω
Κορεσμού
τιμάτινα σημάδια
Στόμα με στόμα
λαίμαργα
προσφάι
αίμα και μέλι…


Κάποτε
ήτανε έρωτας
Στρόβιλος
στο πέλαγος της νιότης.
Ήτανε θάλασσα
που φώναζε
συνέχεια τ’ όνομά σου.
Κάποτε
ήτανε βροχής
ο ψίθυρος.
Το ρόδο
Το πρώτο
Το ανοιξιάτικο
που πήρε τ’ όνομά σου.

Κάποτε
ήτανε ήλεκτρο
που με διαπερνούσε
από το δέρμα ίσαμε
τα σπλάχνα μου
ασωτεία.
Ήτανε έκσταση
δύναμη
που με ακινητούσε
που γέμιζε το είναι μου
ανείπωτη ευτυχία.


Να με κρατάς
Να αισθάνομαι
Να με φιλάς
Να υπάρχω
Να κοιμηθείς στο στήθος μου
Σάρκας σημάδι να ‘χω
Όμοιο με το σώμα σου
Και με τ’ αρώματά σου.


Τόση
Σιωπή
Τόση
Άπνοια
Μετά τη γονιμότητα
Της ύπαρξής σου
Τόση
Σιωπή
Τόσο
Τίποτα
Σαν ήττα
Σαν συντέλεια.


Πέτρα η απουσία σου
σπάει τη λογική μου
κι οι λέξεις συνωστίζονται
καθώς σου γράφω.
Είμαι
Γυναίκα μέσα στη σιωπή
Ανάξια του πόθου
Ταμπουρωμένη στ΄ άδυτα του είναι μου
Απούσα
Άπραγη και παράταιρη
στο σάλο των ανθρώπων.
Έφυγες
κι έφυγα, Άνεμε,
κι ο κόσμος ένα χάος.
Είναι κι αυτό Παράδεισος.


Χτυπάει το τηλέφωνο
Κι αρνούμαι
Σαν τις πέτρες
Λυπούμαι ήλιε,
Λείπουμε
Πάνε τέσσερις μήνες


Ήταν
Μια περιπέτεια
Ερωτική
Σταλμένη
Λες απ’ τη μοίρα
Δόλωμα
Λες απ’ τη φύση
Κάρπισμα
Για διαιώνησή της.


Θ’ αναριχηθώ
Ψηλά στην κορφή του λόφου.
Στις κατάγυμνες πέτρες
Στους σωρούς των θυμαριών
Στα μυρωδάτα ρείκια
Συνοδοιπόρος των πουλιών
Των μελισσών
Του ανέμου
Ανέμου αντίλαλος κι εγώ
Βουή η φωνή μου ν’ ακουστεί
Γιατί;
Θεέ Γιατί;


Τουλάχιστον
να ερχόσουνα συχνότερα
Τ’ αρώματα της σάρκας
εντονότερα
να ευώδιαζαν
στο ερωτικό γιορτάσι.
Τα χείλη σου,
του κόσμου τα ωραιότερα,
στα χείλη μου
ν’ ακούμπαγαν συχνότερα
σαν τάμα
σε παληό εικονοστάσι.


Έρωτας είναι
των χεριών
Και των χειλιών
Γαλάζιος.
Ένδοξος
Απερίσκεπτος
Ακόρεστος
Κλεμμένος
Γένος
Ανθρώπινο
Άβυσος
Κι άλογοι
Οι λογισμοί του!


Είμαι παρούσα
Επιζώ
Ισορροπώντας αδέξια
Μπρος στην απόγνωση
Αυτή
Της απουσίας σου.


Πλανιέσαι ακόμα,
ακριβή σκιά,
στην κάμαρή μου.
Πόσο σε θέλω,
σκιάζομαι
και που το μαρτυράω.
Νίκη ποιανού ο μισεμός;
Γιορτή ποιος απ’ τους δύο;


Έγραψα κύκλους στο γυαλί
αντί για τ’ όνομά σου.
Κι ύστερα με το χνώτο μου
τους έσβησα κρυφά.
Μοιάζανε με μηδενικά
και τρόμαξα
Φαντάσου
Μηδενικά τα ιδανικά!


Ακόμα δε με φίλησες
Γιατί;
Καλά καλά,
στα μάτια δε με κοίταξες ακόμα.
Κι ήταν το στόμα εκεί
σα φυλακή
να κλείσει το δικό σου στόμα.

Ακόμα δε μου μίλησες
Γιατί;
Καλά, καλά
μια λέξη δε μου είπες.
Μόνο γειά σας.
Και γέμισε ο χώρος μουσική
από τον ήχο της δικιάς σου ανάσας.

Ακόμα δε μ’ αγάπησες
Γιατί;
Καλά, καλά
γυμνώθηκα μπροστά σου. Δεν το είδες;
Σε ονομάτιζαν του πόθου δωρητή
καλωσορίζοντας σε στη ζωή μου
οι αρχηστρίδες.
Κι εσύ,
Ακόμα δεν κατάλαβες. Γιατί;

(Βραβευμένο)


Σώματα στο ημίφωτο
γυμνά
μασκαρεμένα
έρωτα.
Χνώτα
αδερφωμένα.
Στήθη με στήθη
σύμπλεγμα ερωτικό.
Δικάστε.
Καταραμένοι;
Άσωτοι;
Λαθρεραστές;
Γενναίοι;
Σταπρώστε τους.
«ΑΜΑΡΤΩΛΟΙ»
το κρίμα στο λαιμό μας.



Γδύθηκα
Την αβάσταχτη αιδώ του ερωτισμού σου
Κι ήρθα
Σ’ ανομολόγητο σμίξιμο να χαθώ
ακροβατώντας
μεταξύ της γης και τ’ ουρανού σου
Άπνοη
Ηλιοστόλιστη
Να σου παραδοθώ.



Φοβάμαι!
Είμαστε άοπλοι
Σε σύρμα περπατάμε.
Στραμμένα ξίφη πάνω μας
μπροστάρηδες περνάμε
των παρορμήσεων έρμαια
και πάμε.
Πεινάμε!
Τα χείλη ο ένας ταλλουνού
και λαίμαργα φιλάμε
με βουλημία αγριμιού
που πάμε;
Τι ζητάμε;
Άοπλοι
Ανυπεράσπιστοι
Μπροστάρηδες περνάμε
μες απ’ τα ξίφη
Έλεος
Φοβάμαι!



Στόμα στο στόμα
Ερημιά.
Μάτια στα μάτια
Νύχτα.
Άδεια κρεβάτια
Ομοιώματα
Ανθρώπινων σωμάτων.



Η απουσία σου γιορτή
Αφού θαρθείς
Και τότε
Για πάντα εδώ
Αβίαστα
Θυμίσου το
Θα μείνεις.

Να σε φιλούσα!
Να… έτσι ν’ ακουμπούσα
Τα χείλια μου στα χείλια σου για λίγο
Σα μέλισσα σε τρύγο.



Θα περπατήσω ολόγυμνη
Στ’ ολόγιομο φεγγάρι
Αυτό το παλικάρι
Που ερωτεύτηκα
Είχε χέρια βεντάλιες
Είχε μάτια τανάλιες
Και λόγια ψεύτικα.



Το σώμα σου στο σώμα μου
σαν ξένο.
Τα χείλη άψυχα
το βλέμμα καρφωμένο
στο πουθενά.
Κι ήταν αυτά τα πρωινά
ταμένα
όλα σε μένα.
Και είχα πλάσει ένα Θεό
Εσένα.
Κι έκανα υπεράνθρωπα χρυσόνειρα
σπαρμένα
ήλιους
και Γαλαξίες στρέμματα
για τους ταξιδεμούς μας.
Κάποτε
Ήταν έρωτας.


Πλήθυναν τα μηνύματα
Δονήθηκα
Πλαταίνεις.
Παμπάλαια οράματα
θεριώνουν την ψυχή μου
απογειώνουν το κορμί
πυρώνουνε το αίμα.
Σ’ ευγνωμονώ
Λευτερωτή του λογισμού
του ξεχασμένου πόθου
της φαντασίας άνθισμα
της κάμαράς μου ήλιε.
Μερεύω
Γοητεύομαι
Πανέτοιμη ασωτεύω
Χαμένη
στα παράφορα
καλέσματά σου,
Αγάπη.


Σε παρακαλώ
τηλεφώνησέ μου.
Νά ‘χω άφησέ μου
περιθώρια
Είναι η αγάπη
κι ο εγωισμός μου
πάνω από τ’ ανθρώπινα
τα όρια.



Μείνε για πάντα
μυστική φωνή
Ιριδισμός
Φωτιά που καίει
Ρίζα.
Μείνε,
Μαγεία.
Κάρφωσε τον ήλιο
Μείνε βάγιο.
Μυρτιά ανοιξιάτικη
βροχή
αχός φλογέρας
κήπος.
Οσμή απ’ το Φθινόπωρο
Ευλογημένος τρύγος
Το ρίγος
του ξεδιψασμού
Το φτέρωμα του πόθου
Μείνε εσύ
Αξόδευτη
πηγή της έμπνευσής μου,
Νιόκοπο ηλιοτρόπιο,
των πόθων μου δυνάστη.


Πόσα φιλιά δε σούδωσα!
Πόσα φιλιά δεν πήρα!
«Είναι καιρός» σκεφτόμουνα
κι αύριο μέρα είναι.
Εγωισμός μη και φανεί
Τι άπληστη που είμαι.


Με ζήτησες ικετεύοντας
κι εκλιπαρώντας
«Έλα»
είπες
«Να σπείρω ήλιους πύρινους
κι ανατολές γαλάζιες
και δύσεις βαθυπόρφυρες
στο καλωσόρισμά σου.
Έλα,
να στρώσω κρίνα
αγκαλιές ροδόφυλλα
φεγγάρια,
Κέδρους μυρτιές Υάκινθους
ανθούς λεβάντας
στάχυα
και ανθισμένες ρίγανες
των μελισσών το μέλι.
Έλα,
Το φως παίρνει το σχήμα σου
οι ίσκιοι μεγαλώνουν
της πολιτείας την ερημιά
λες και απομονώνουν
τον ακριβό διάδρομο
αυτόν τον γυρισμό σου.


Ω Πόθε μου,
Ω Λογισμέ,
Ω Μόσχο σάρκας,
Μέθη ανάσας
Αχόρταστης
Σαν έρωτας
Σα μοίρα.
τον ήλιο
κι έλουσα
το πρόσωπό σου.
Λάπης τα μάτια
Αμέθυστοι
τα μαλλιά
στεφανωμένα μ’ άνθια.
Πως ν’ αποθέσω τα φιλιά
που καίγουνε το στήθος
Πώς να προφέρω
ερωτικά λόγια
που με βαραίνουν
Βυζαντινό εικόνισμα
ασώματο
Κερένιο.
Του έρωτά μου θέωση
Του πόθου μου ικεσία
Φτέρωμα απροσμέτρητο
του νου
και του κορμιού μου.
Εγώ η γυναίκα αγαπώ
κι ο αγαπώς μου εσύ.



Αφήνω τη τζαμόπορτα μισάνοιχτη.
Ελπίζω.
Πάνε τρεις μήνες έντεκα ημέρες και δυο ώρες.
Γεμίζω
Από την απουσία σου
Με παγιδεύεις,
όντας
απών
Κι εγώ ελπίζω
Κι επιζώ
Αντλώντας
Έρωτα
Μέσα απ’ το παράλογο
Με λογικές προφάσεις
Αδιαφορώντας για ότι πουν
οι ανθρώποι αυτής της πόλης,
Θεός θνητός και τρυγητός
της ύπαρξης μου όλης,
Εσύ.



Να ξημερωθούμε
στην ακρογιαλιά.
Το πρώτο φως το ορθρινό
μαζί να δούμε.
Δικαιωμένοι, πλουσιόγευστοι εραστές
κατάντικρα το παν
το τίποτα
να βρούμε.

Ν’ απογειωθούμε
στων Γαλαξιών τα διάσελα.
Τ’ ανάκρουσμα της γης
ν’ αφουγκραστούμε.
Πάνω απ’ τις στρατόσφαιρες
αρνούμενοι
τα πάντα
να χαθούμε.

Ν’ αγαπηθούμε
εκεί στα πέρατα.
Δοσμένοι στη μαγεία του απείρου
Κυνηγημένοι απ’ τους νόμους
για τον έρωτα,
αυτόν
τον ανεκπλήρωτο του ονείρου.



Άσε να φύγει ο Αύγουστος
Το φως του με γυμνώνει.
Αλήτικη η σκέψη μου
φτερώνει το κορμί
σε ηδονικά πλαγιάσματα
με τριανταφυλλιά σεντόνια
και διψασμένα στόματα
για λόγια και φιλί.

Άσε να φύγει ο Αύγουστος.
Αυτός ο καυτός μήνας.
Ο φλογισμένος μαστροπός
των κοριτσιών της γης
κι έλα Σεπτέμβρη,
αδρόσιστο λιοπύρι μου, να πάμε
πέρα απ’ τους ανθρώπινους
φραγμούς της λογικής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

"Without Arms" MFA Thesis Animation by Alek Vacura