Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου,
βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί.
Ζίγκμουντ Φρόυντ

24/2/09

MAΙΡΗ ΡΩΜΑΙΟΥ - ΟΧΙ




Όχι
εγώ διψάω
απόψε κάτι σοβαρόֹ
ας πούμε
τέχνηֹ
να σχεδιάζω
ανθρώπουςֹ
μικρά ανθρωπάκια χαρωπά
πιασμένα χέρι χέριֹ
πολλά.
μέχρι,
να μη χωράνε στο χαρτί
τσαλακωμένα μόνο
κι άχρηστα
στα σκουπίδια.

Ακόμα, αντιστεκόμουνα
κι είχα σχεδόν νικήσει.

Έκλεινα μάτια και αυτιά.
«Σειρήνες, τραγουδήστε,
μηνύματά του οιωνούς
για έκθαμβες ημέρες.
Δεν έχω πέρασμα εγώ
δεν με αγγίζουν πλάνεςֹ
αισθήματα αγαλμάτινα
πάθη βασιλεμένα
αποσκευές ανήκουστες
μνήμες χορτάτες
πλήθος…»

Όχι. Επέμενα αυστηρά
κι ήμουν παραφωνία
αφού χιλιάδες δάχτυλα
το σώμα μου ερευνούσαν
γαλήνια και μαρτυρικά μαζί,
σε μια πορεία νίκης.

Εικόνες άρνησης θολές,
πάθους, παραφροσύνης,
σ’ ένα αντάμωμα τρελλό,
μηδένιζαν το εγώ μου.

Ακόμα αντιστεκόμουνα
κι είχα σχεδόν νικήσειֹ
ψευδαίσθηση. Ο θρίαμβος,
ήταν δικός σου μόνο.

Επαναστάτης,
ερωτικός,
δαφνοστεφανωμένος,
σε πρόλαβε η δικαίωσηֹ
επίσημα, είχα χάσει.

Μη με κοιτάς,
αγάπα μεֹ
αθώα,
διαβολεμένα.
Πάρε με όλη,
λάφυρο
κουρσάρου ερωμένη
στους ώμους σου,
να μη με βρούν
τ’ αλαφιασμένα πλήθη.
ΝΙΚΗΘΗΚΑ





Κι έτσι που έρχεσαι
μικρή
ανταύγεια του ήλιου
στον αφανισμένο κι άνυδρο
χρόνο της προσμονής σου.

Για σένα λεπτομέρεια,
τρόπος ζωής για μένα.

Έστω
κι έτσι που έρχεσαι
σ’ ευχαριστώ.

Χωρίς χειραψίες
ή τεχνάσματα
έτσι απλά
αντίο
χωρίς δάκρυα.

Το άφημα και κράτημα
απ’ τις ανάσες μόνο
πρόδινε
-αμετακίνητοι κι οι δυο-
-εγωιστές-
για πάντα.

Ήρθες προχθές
ολοζώντανος
όχι στο νου
στο σπίτι.
Εδώ στη σκάλα την πλατιά
ανέβηκες πελώριος
ζυγιάζοντας το βλέμμα σου
στα μάτια μου
να μάθεις.

Αντιστεκόμουν, άπνοη.
Αντίπαλοι σε αρένα.
Στραμμένη η θύμηση αλλού,
δε σ’ άφησαֹ
δεν είδες.

Εσώπαινα εγκάρδιαֹ
γονάτισεςֹ
ρυάκια,
ανάβλυζαν στα μάτια μας,
υδάτινοι αρραβώνες.

Κάτασπρη ώραֹ
μαγική στιγμήֹ
μαρμαρωμένοι,
είπαμε,
ναιֹ
ταυτόχρονα
με σφαλιστά τα χείλη.

Ούτε μια σκέψη
ούτε αγρύπνια.
Θολή η εικόνα σου
θαμπές
οι ώρες που μας ξάφνιασαν.
Που θες
να σε θυμάμαι,
ανήμπορο…
Πώς να σ’ αναγνωρίσω,
ολόιδιος με τίποτα
φιγούρα αχυρένια
στημένη στον απέναντι
της μοναξιάς μου κόσμο.

Δε στέκω.
Αντισκέκομαι.
Πιότερο φως στη μνήμη,
φέρνω να δω τους εραστές,
δυο άνεργους του ονείρου
στην απουσία του παρόν
στο κορεσμένο μέλλον
στου ακατόρθωτου έρωτα,
το πάθος,
να πλανιώνται.

Σχεδόν, σε είδα.
σχεδόν, σε άκουσα.
Φανερωμένος,
σαν από θαύμα εκεί μπροστά,
προσκυνητής του πόθου,
να εκλιπαρείς,
το μεγαλείο το μέγιστο
τη γέννηση,
τη νίκηֹ
σχεδόν ανυποψίαστος,
σχεδόν θαυματουργώντας
σε μας,
ταυτόχρονα.

Γίγαντας,
της αμαρτίας δωρητής
πλασμένος
λάτρης
ή λατρευόμενος
του άγιου Οκτώβρη.

Κρεμασμένη στο λαιμό σου
μ’ όση δύναμη απομένει
μαγεμένη,
αναδιπλώνω
και τυλίγομαι σφιχτά.

Ανυπόταχτη ευφορία
ώρα ερωτισμού.
υπάρχω
στα αιμάτινά σου μάτια
στους δικούς σου αστερισμούς.
Σ’ αγαπώ,
σ’ ονοματίζω
Έρωτα
γη που πατάω,
δύναμη ηφαιστιακή,
πλημμύρα,
μοίρα
αινιγματική,
περίσσια.
Δε με νοιάζει πόσο,
όσο
Μένω αδιάφορη στο χρόνο,
στο μεθύσι των χειλιών σου
μόνο
να χαθώ.

Δεν μπορώ να σε ξεχάσω
μαγεύτηκα.
Πάνω στο σώμα-σου
χόρτασα
γεύτηκα
πάλεψα
ταλαντεύτηκα
είπα χιλιάδες ψέμματα
κινδύνεψα
μα ήρθα.
Δεν έφυγες
διέφυγες
πάνω στο σώμα-μου
χόρτασες
γεύτηκες
πάλεψες
ταλαντεύτηκες
είπες χιλιάδες ψέμματα
κινδύνεψες
μα ήρθες.

Το βήμα σου
στα χνάρια μου
ίσια στην κάμαρή-μου
κόκκινοι τοίχοι, κόκκινα
χαλιά,
χείλη σαν αίμα
δέρμα ευωδιά
αμέρωτο κορμί
μεγαλειώδης ώρα
ουράνια.
Ίλιγγος
πάνθηρα γέννα
Ζήτω.

Συμπορευτήκαμε για λίγο
γεμίσαμε πολύ
από αγάπη αλλιώτικη.
Ο πανικός διάχυτος
αμπάρωνε τις πόρτες
φοβόμαστε, δεν κάνει.

Κρατούσα μες τα χέρια μου
τον κόσμον όλο,
εσένανε!
κι εσύ το ίδιο έπλαθες
το σώμα μου πηλόֹ
και σμίλευες τα χείλη μου
και πήραν το δικό σου
σχήμα
το αγαλμάτινο.
Φοβόμαστε, δεν κάνει.

Ο πανικός διάχυτος
αμπάρωνε τις πόρτες.
Όμως
ρουφήξαμε ζωή
για τη ζωή ολόκληρη.
Μας φτάνει.

Είπαμε λίγα
ζήσαμε πολλά
κλεμμένες ώρες
βιαστικές αγάπες
στιγμές αλάνθαστες
σε τέλειο παρόν.

Αφήσαμε κι άλλα πολλά
για αύριο
δεν έφτασε ποτέ
πάνε τρεις μήνες
τους μετρώ
κι αναπολώ
δεν προσδοκώ ανάσταση
δεν περιμένω τίποτα
ακούω τραγούδια
ξαναζώ
όπως μπορώ
και μένω.

Η προσμονή
εστοίχειωσε.
Ίσκιοι παραμονεύουνֹ
ποιος νοιάζεται;
Η αντοχή, νεκρήֹ
τα αλλοτινά, χαμένα
αφανισμένα
ασάλευτα
αγύριστα πουλιά.

Όχι.
Εμείς, δεν είμαστε εραστές.
Υποκριτές μονάχα
τραγικοί.

2 σχόλια:

HUELLAS EN LA ARENA είπε...

Saludos desde Chile!!!!

LEFKOI LYKOI είπε...

Gracias !!!!saludos desde Grecia !!!

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

"Without Arms" MFA Thesis Animation by Alek Vacura