Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου,
βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί.
Ζίγκμουντ Φρόυντ

24/5/16

ΚΑΤΑΔΙΚΗ - Χριστόφορος Τριάντης


Έσπασαν τα μάτια απ’ τον πόνο
και τα κομμάτια τους σαν αρχαία όστρακα ,
έπεσαν στο χώμα .
Έτρεξαν οι άπτερες θλίψεις
και στα χέρια τους τα πήρανε .
Ετοιμάστηκαν χορούς να στήσουν ,
τιμώντας την Ανάγκη .
Τη θεά που σβήνει τη χαρά ,
σαν τολμήσει και την ομορφιά σιμώσει .
Αλλά θαμπωμένες απ’ τους άχρονους  νόμους
του σύμπαντος ,
τη  διαταγή της προθεϊκής αρχής  εκτελέσανε :    
τη λέξη που ‘χαν τα κομμάτια  
-χαραγμένη - στις δακρυσμένες  παρειές  τους ,
να διαλαλήσουν ,
μέχρι των αγγέλων τα φρούρια .
Όνομα γυναίκας ακούστηκε ,
που  κέντησε της λύπης τα σπλάχνα ,
όμορφο σαν τη σιωπή της νύχτας ,
αιώνιο σαν την καταδίκη μου …

22/5/16

Κάτι φορές η πραγματικότητα γεμίζει θραύσματα ονείρων - Στρατής Παρέλης

Κάτι φορές 
η πραγματικότητα γεμίζει θραύσματα ονείρων- 
και τότε
είναι καλά να ζεις, να τρυγάς 
το σταφύλι του έρωτα-
ένα βήμα την κάθε φορά- ώσπου
να γίνει η αγάπη ένα μεγάλο σκαλοπάτι που επάνω του
θα σταθείς να αγναντέψεις προς την ευτυχία..
Κάτι φορές 
η πραγματικότητα ανθίζει όνειρα, μοσχοβολάει
και γίνεται ένα τραγούδι παράξενο 
αστεριών
από την μέρα
που ξυπνάει, 
τραγουδισμένο για σένα!

..
Aπό την Ποιητική συλλογή : ΣΩΜΑΤΑ ΑΝΘΙΣΜΕΝΩΝ ΙΔΕΩΝ..

"Όταν γράφω ποίηση" : Χριστόφορος Τριάντης


Όταν  γράφω ποίηση,
ξεχνώ τη γεωγραφία των ιδεών
και ταξιδεύω στις λέξεις.
Όταν  γράφω ποίηση,
δεν υπάρχει ο κόσμος,
παρά το άγγιγμα του τέλους
και το αγκάλιασμα της μοναξιάς  .
Όταν γράφω ποίηση,
ανασκολοπίζω τη χυδαιότητα
της ύπαρξης, την ειμαρμένη
της ωριμότητας.
Όταν γράφω ποίηση,
μένω στάσιμος,
δεν ξεφεύγω απ’ την πραγματικότητα .
Όταν  γράφω ποίηση,
δεν προχωρώ
στέκομαι ακίνητος, προσηλωμένος
στις εικόνες της μνήμης .
Όταν  γράφω ποίηση,
δεν υπάρχει νοσταλγία,
παρά ο θάνατος μασκαρεμένος
σαν παιδί.
Όταν γράφω ποίηση,
παραμερίζω  τη λέξη ελπίδα
και τη σκέψη μεγαλώνω, 
μέσ’ απ’ του λυκόφωτος
τα βήματα.
Όταν γράφω ποίηση,
θέλω να ’ναι νύχτα,
η μέρα είναι βασίλισσα της αγέλης
και εγώ είμαι δούλος 
της βαθιάς σιωπής,
που βγαίνει απ’ τα ποιήματα
του κόσμου…

21/5/16

ΣΤΙΣ ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΕΣ - XΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΡΙΑΝΤΗΣ


Τα μάτια ανοίξανε το σκοτάδι .
Και το φως λάμπρυνε τα γερασμένα πρόσωπα .
Στην άκρη της νύχτας η αγάπη στεκόταν γελαστή ,
κοιτώντας  το φεγγάρι ,
που ‘τρεχε  στ’ ουρανού τις γειτονιές  .
Απλώθηκε η χαρά στις λυγαριές
-γρήγορα - σαν σύννεφο ,
κι ανέβηκε  -αργά -
στις πλαγιές με τις πορτοκαλιές ,
σαν παιδικό παιχνίδι .
Από φόβο , το μίσος κρύφτηκε
στους αχυρώνες της σιωπής  
κι έμεινε βουβό ,
δίχως θροΐσματα και λέξεις .
Η αιωνιότητα κύλησε στα σοκάκια
κι οι Άγιοι κρυφτήκανε στις πικροδάφνες ,
ν’ ακούνε των παιδιών τα όνειρα ,
σιμά το καλοκαίρι.

20/5/16

Tα Παιδιά μου - Χριστίνα Λέλη


Έγκλειστες Κραυγές - Νίκος Απόμακρος

Ένα χέρι πάνω απ’την επιφάνεια, με το δάχτυλο πυξίδα να δείχνει τον ήλιο. «Ένα χέρι πάνω απ’την επιφάνεια, σημαδούρα για κεφάλι που πνίγεται, για σώμα που μουλιάζει, που τρεμουλιάζει». 
Έτσι είπαν. Έτσι νομίσαν. 

Οι φωνές κι οι ομιλίες στο νερό δεν ακούγονται. Οι λέξεις μεταφέρονται με φούσκες που τις καταπίνουν τα ψάρια. Ή φτάνουν στην επιφάνεια για να τις ακούσουν μονάχα οι γλάροι ή και ότι άλλο επάνω της ίπταται. Όταν σε βρήκαν λοιπόν, σ’ ονομάσαν «Κουρασμένη ναυαγό, απ’ τη ταλαιπωρία και τα κύματα». Κι είδαν το χέρι σου, αφού σε «σώσαν», να κινείται τρελά στη βάρκα. Κοιταχτήκανε χαζά. «Μάλλον θαρρεί πως πνίγεται ακόμη!». 
Έτσι είπαν. Έτσι νομίσαν.

Που να ‘ξεραν πως γύρευες μ’ απόγνωση βοήθεια, γιατί σε βγάλαν έξω απ’ τα νερά. Γιατί χάθηκε κι η τελευταία σου ελπίδα για φούσκες με έγκλειστες κραυγές, μ' εκκλήσεις απεγνωσμένες, για σωτηρία. Κουνούσες τα χέρια κάνοντας νοήματα δίχως αποτέλεσμα. Ανοιγόκλεισες το στόμα κι ύστερα έσβησες, όπως σβήνει οτιδήποτε δεν έχει μέσα του ελπίδα. «Λίγο νωρίτερα και θα τα κατάφερνε…». 
Έτσι είπαν. Έτσι νομίσαν.

Περήφανοι που έστω προσπαθήσαν, διηγηθήκαν την ιστορία στα παιδιά τους, αργά το βράδυ, για ν’ αποκοιμηθούν. Κι εκείνα, όντας αθώα, ονειρευτήκαν φούσκες πολύχρωμες τριγύρω να πετούν. Μα σαν τις σπάσανε κι ακούσαν τις κραυγές τους, τρομάξαν και κλαίγοντας ξυπνήσαν. "Δεν είναι τίποτε. Όνειρο ήταν, πάει, έφυγε".

19/5/16

στην λίμνη εκεί.. - Στρατής Παρέλης

Τα μελαγχολικά προάστια βουβαίνονται μες το φθινόπωρο
και ξαναζωντανεύουν
όταν ο ήλιος κάποιο μεσημέρι τα συνδράμει
με τα ωραία καλά του- ω τι υπερβολή αυτές οι λέξεις,
που γίνονται κοίλες και κυρτές και συνουσιάζονται
επάνω στην σελίδα
αδιάφορες για την εντύπωση που θ’ αφήσουν μεταθανάτια
μαλακώνοντας έως την υστεροφημία τους
αυτές οι λέξεις οι αγκιστρωμένες πάνω στο πέτο του κόσμου.

Στην άσφαλτο γλιστρούν τα αυτοκίνητα
τα λάστιχά τους στριγκλίζουν, τα φρένα τους μουντζουρώνουν το λουστρίνι του δρόμου
την ώρα ετούτη που σου μιλώ και κοιτάς κατά τον ορίζοντα
ευθεία πάνω από την λίμνη, στην κοιλιά ετούτη της γης.

Εξαλείφονται οι θόρυβοι και μένουμε μόνοι
σ’ ένα τοπίο που η υγεία του αφήνει
μια γεύση υπόγλυκη πάνω στις πικροδάφνες
που κυκλώνουν την γέφυρα όπως για να σε πάνε κάπου αλλού.

Τα μαλλιά σου ανεμίζουν, τα μάτια σου αγιοποιούν τα λιόδεντρα
κι ένα πουλί αφήνει τον κελαηδισμό του να ψηλώσει
κατά του ουρανού την άφατη αρμονία.

Η λίμνη γεμίζει πάπιες και φοβισμένα νεροκοτάκια
που τσαλαβουτούν πάλι και πάλι
σ’ έναν της ευφροσύνης χορό.

Κι η ζέστα αυτή η απρόσμενη, όπως ιέρεια που τα λειτούργησε όλα καλώς, δίνει
το χάδι της απλόχερα στις καλαμιές που στον ρυθμό κινούνται
της δικής σου και της του ζέφυρου αναπνοής..

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

"Without Arms" MFA Thesis Animation by Alek Vacura